βασιλικός

βασιλικός, ή, όν царский; царственный (ср. базилика - изначально «царское помещение» для суда и для торга, позже тип здания, особ. в христианской архитектуре)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "βασιλικός" в других словарях:

  • βασιλικός, -η — βασιλικός, ή και ιά, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στο βασιλιά: Τα βασιλικά κτήματα θα περιέλθουν στο δημόσιο. 2. οπαδός του βασιλικού πολιτεύματος: Οι βασιλικοί στην Ελλάδα αποτελούν μειοψηφία. 3. αυτός που απορρέει ή αρμόζει σε βασιλιά:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βασιλικός — royal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλικός — (ocimum basilicum). Φυτό ποώδες, μονοετές, κηπευτικό, πολύ αρωματικό, της οικογένειας των χειλανθών, ύψους 25 60 εκ. Έχει κόμη λίγο ή πολύ διακλαδισμένη, φύλλα ωοειδή, μυτερά, ακέραια ή οδοντωτά, ανώμαλα στην άνω επιφάνεια, πράσινα, έντονα ή… …   Dictionary of Greek

  • βασιλικός — [василикос] ас. царский, королевский …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βασιλικός — [василикос] ουσ. а …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βασιλικός — ο το φυτό «Ώκιμον το βασιλικόν»: Τα γλαστράκια με βασιλικό διώχνουν τα κουνούπια το καλοκαίρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βασιλικὸς μόλιβδος οὐ καταδύεται. — См. Казенное добро в воде не тонет, в огне не горит …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Βασιλίκος, Άγγελος — Αγωνιστής του 1821. Πολέμησε στην κεντρική Μακεδονία μαζί με άλλους καπεταναίους, που έφτασαν έως τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος έγραψε στις 4 Ιουνίου 1821 στον Εμ. Παπά: «Ιδού με την δύναμιν του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού εκινήθημεν εις… …   Dictionary of Greek

  • Βασιλικός, Βασίλης — (Καβάλα 1934 –). Συγγραφέας. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε ως σκηνοθέτης σε ελληνικές ταινίες ντοκιμαντέρ και συνεργάστηκε με τον Νίκο Κούνδουρο στο σενάριο της ταινίας Μικρές Αφροδίτες. Ανέλαβε επίσης… …   Dictionary of Greek

  • Άνω Βασιλικός — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 230 κάτ.) της Ζακύνθου. Βρίσκεται στα ανατολικά παράλια του νησιού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ζακυνθίων του νομού Ζακύνθου …   Dictionary of Greek

  • βασιλικά — βασιλικός royal neut nom/voc/acc pl βασιλικά̱ , βασιλικός royal fem nom/voc/acc dual βασιλικά̱ , βασιλικός royal fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.